Δευτέρα, Μάιος 25, 2020
Στοχασμοί

Ένα βιβλίο, το βασίλειο μου για ένα βιβλίο!

204views

Βιβλιοφάγος, βιβλιομανής, βιβλιόφιλος ή βιβλιοφιλικός, βιβλιολάτρης, είναι μερικές λέξεις που περιγράφουν το άτομο που αγαπά τα βιβλία, που δεν αφήνει ούτε φυλλάδιο με προϊόντα του σούπερ μάρκετ αδιάβαστο, που αν βρεθεί στο δρόμο του τσαλακωμένο χαρτί το ξετυλίγει για να διαβάσει τι γράφει. Διαφέρει από τον κοινό αναγνώστη καθώς αναπτύσσει ιδιαιτερότητες που δεν είναι κατανοητές στον υπόλοιπο κόσμο και η μόνη του φαντασίωση είναι να μείνει κλεισμένος σε ένα βιβλιοπωλείο για όσο αντέξει.

Ξοδεύει όλες του τις οικονομίες στα βιβλία, πιστεύει ακράδαντα πως το αγαπημένο του βιβλιοπωλείο μπορεί να χτίσει άλλο ένα παράρτημα με τα χρήματα που του έχει δώσει και όταν το άτομο, με το οποίο συγκατοικεί, αρχίζει τα σχόλια τύπου «Ε, σταμάτα πια να αγοράζεις βιβλία» «Φτάνει πια, σε λίγο δεν θα χωράμε στο σπίτι…» ή το απειλητικό «Μην σε ξαναδώ αυτό τον μήνα να κουβαλάς καινούργια βιβλία εδώ μέσα», κατεβάζει το κεφάλι, δήθεν  ότι κατάλαβε πως έχει εξωκείλει και ανακοινώνει πως δεν πρόκειται να πάρει άλλα βιβλία προς το παρόν! Και τηρεί την υπόσχεση του;

ΕΝΝΟΕΙΤΑΙ πως όχι, απλά η μόνη διαφορά είναι ότι τώρα αγοράζει στα κρυφά και τα κρύβει σε συρταριέρες, σε ντουλάπες, κάτω από ρούχα και εσώρουχα και πίσω από πλυντήρια..

Νομίζετε τώρα εσείς ότι υπερβάλλω αλλά πιστέψτε με υπάρχουν φορές που η αγορά του βιβλίου γίνεται κάπως έτσι:

Η βιβλιοφάγος μας βρίσκεται έξω για δουλειές. Μόλις τελειώσει κατευθύνεται προς το σπίτι και ΕΝΤΕΛΩΣ τυχαία ο δρόμος τη βγάζει μπροστά από το αγαπημένο της βιβλιοπωλείο.

Εκείνην τη στιγμή χτυπάει το τηλέφωνο. Είναι ο σύντροφος της και θέλει να μάθει τι ώρα περίπου θα επιστρέψει σπίτι. Την πιάνει εξ απροόπτου και αντί να του πει ότι «δεν ξέρω, ίσως πάω και για κάνα καφέ» (ώστε να έχει άπλετο χρόνο στη διάθεση της) του απαντά «Τώρα, στον δρόμο, είμαι». Κλείνει το τηλέφωνο. Κοιτάζει το βιβλιοπωλείο, την κοιτάζει και αυτό και πριν καν σκεφτεί για το αν πρέπει ή δεν πρέπει να μπει, έχει ήδη διαβεί το κατώφλι του μαγαζιού κατευθυνόμενη προς τον υπάλληλο με ένα βλέμμα αγωνίας, ο οποίος εκείνη την στιγμή φαντάζει στυγνός ντίλερ ναρκωτικών.

«Υπάρχει η Φόνισσα του Παπαδιαμάντη από τις τάδε εκδόσεις», «Όχι, δεν το έχω αυτή τη στιγμή, έχω όμως καινούργια έκδοση των Δαιμονισμένων του Ντοστογιέφσκι», «Πόσο;;», «23 ευρώ…», «Πω, με γδύνεις ρε παιδί μου», «Αν θες παρ’ το, εάν θες μην το πάρεις, πάντως να ξέρεις ότι περιέχει πλούσια εισαγωγή με σχόλια, κριτική και ανάλυση» «Εντάξει, εντάξει, φερ’ το, τι να κάνουμε»…Κατευθύνεται προς το ταμείο, το αγοράζει, βγαίνει έξω και πετάει τη σακούλα και την απόδειξη στον πλησιέστερο κάδο. Όταν θα φτάσει σπίτι, θα ακουμπήσει την τσάντα, έτσι χαλαρά σε μια καρέκλα, θα χαιρετήσει τον σύντροφο της και μόλις εκείνος πάει στο μπάνιο, τότε πάει και κρύβει το νεοαποκτηθέν βιβλίο στη ντουλάπα και η αποστολή εξετελέσθη.

Όταν ο βιβλιομανής φίλος μας έχει γενέθλια ξέρεις ήδη τι δώρο θα του πάρεις. Εάν δεν προλάβεις, για τον οποιονδήποτε λόγο, να επισκεφτείς το κατάστημα απλά δώσε του λεφτά λέγοντάς του «Πήγαινε και πάρε ότι βιβλία θες!». Ενδεχομένως να το θεωρήσεις λύση της τελευταίας στιγμής αλλά μην πτοείσαι,για τον βιβλιοφάγο μας θα είναι ο καλύτερο δώρο καθώς του δίνεις την ευκαιρία να επισκεφτεί για ακόμη μια φορά το αγαπημένο του βιβλιοπωλείο.

Όταν ένας βιβλιόφιλος μένει μόνος.

Παρασκευή βράδυ. Ο φίλος μας έχει επιστρέψει από μια αστραπιαία μπυροποσία με την παρέα. Τελευταία είχε σταματήσει να βγαίνει καθώς είχε μπλεχτεί με ένα δίτομο του Βικτόρ Ουγκό και οι κολλητοί νόμιζαν ότι αντιμετώπιζε κατάθλιψη, οπότε έπρεπε απόψε να τους συναντήσει ώστε να τους αποδείξει ότι όλα καλά. Αφού μπει μέσα στο σπίτι, κοιτάζει με λάγνο βλέμμα τη βιβλιοθήκη, της λέει «Επιτέλους μόνοι» και κατευθύνεται προς την κουζίνα για να φτιάξει ένα ρόφημα.

Έπειτα κατευθύνεται προς τη βιβλιοθήκη, χαϊδεύει με τα ακροδάχτυλα του τις ραχοκοκαλιές των βιβλίων (ναι, είμαστε περίεργοι τύποι) και αφού επιλέξει το βιβλίο που θέλει να διαβάσει, το βγάζει από το ράφι, οσμίζεται τις σελίδες του , κάθεται αναπαυτικά στον καναπέ και ξεκινάει το ταξίδι με το κινητό πάντα τα αθόρυβο.Δεν υπάρχει χειρότερο πράγμα από εκεί που πλανιέσαι σε άλλους κόσμους να κουδουνίζει το τηλέφωνο και να σε προσγειώνει άτσαλα στη γη. Επιπλέον, για να εμπλουτίσει την ατμόσφαιρα, ανάβει το τζάκι, εάν δεν έχει απλά βάζει ήχους από τζάκι στο youtube ίσα ίσα να ακούει το κρικ κράκ από τα ξύλα που καίγονται…

Όταν είναι μόνος λατρεύει να απαγγέλει επίσης, ειδικά αν διαβάζει κάποιο θεατρικό, εκεί δεν διστάζει να κάνει μέχρι και εναλλαγή στις φωνές, κάνοντας τον οποιοδήποτε που περνάει έξω από την πόρτα του να σταυροκοπιέται καθώς ακούει μια φωνή να σκούζει από μέσα «Ω κόλαση και δαίμονες! Σελώστε τ’ άλογα μου, φωνάξτε την ακολουθία μου! Έκφυλη, μπάσταρδη, καθόλου δεν θα σε ενοχλήσω πια. Μου έχει απομείνει  άλλη μια κόρη». (King Lear)

Τέλος, τα βράδια, όταν ξαπλώνει για να κοιμηθεί θα πρέπει να διαβάσει έστω και δύο σελίδες από το βιβλίο του για να χαλαρώσει. Τι γίνεται όμως στην περίπτωση που το βιβλίο γίνεται όλο και πιο ενδιαφέρον; Απλά τα πράγματα, διαβάζει μέχρι και την τελευταία παράγραφο και το πρωί του πετάνε κοτρόνες για να ξυπνήσει.

Τα άγχη που αντιμετωπίζει ένας βιβλιόφιλος

Όταν επισκέπτονται το σπίτι του διάφοροι φίλοι, είναι φορές που θα σταθούν μπροστά στις βιβλιοθήκες του. Αν είναι άτομα που αγαπούν το διάβασμα δεν συντρέχει λόγος ανησυχίας, με ευχαρίστηση θα τους δανείσει και θα του δανείσουν βιβλία. Τι γίνεται όμως με τα άτομα εκείνα που γενικά δεν είναι του διαβάσματος αλλά τους ανοίγει η όρεξη όταν αντικρίζουν τις στοίβες με τα βιβλία και θέλουν να δανειστούν όλη τη βιβλιοθήκη; Τότε πρέπει να προβάλεις σθεναρή αντίσταση και να αρνηθείς πανηγυρικά.

Ναι το γνωρίζω πως δεν είναι τόσο κομψή κίνηση αλλά όταν οι ίδιοι έρχονται μετά από μήνες (πφφ, για να μην πω μετά από χρόνο) και σου λένε «Α, δεν ξέρω που είναι το βιβλίο…», «Τώρα εσύ θες το βιβλίο πίσω ε; Μάλλον το έχασα ρε συ…», «Τι, δεν έπρεπε να ρίξω ολόκληρα φλιτζάνια καφέ πάνω στο βιβλίο;», αποφασίζεις πως ήρθε η ώρα να αρχίζεις να λες όχι.Έχω χάσει κοντά τρία βιβλία έτσι, ένα εκ των οποίων δεν κατάφερα να αντικαταστήσω καθώς είναι πλέον εξαντλημένο.

Εξαντλημένο, άλλη πληγή από εκεί… Εάν αγαπάς έναν βιβλιόφιλο μην του πεις ποτέ αυτήν την λέξη. Γέμισε τον στα φούμαρα τύπου «Θα το επανεκδώσουν», «Είναι εξαντλημένο στο τάδε βιβλιοπωλείο» ή «Το βρήκα στο τάδε παλαιοβιβλιοπωλείο, ψάξε και εάν δεν το βρεις εκεί όλο και κάπου θα υπάρχει». Όταν ψάχνει ένα βιβλίο και ακούσει τη λέξη Εξαντλημένο είναι μαχαιριά στην καρδιά του. Μην του το κάνετε αυτό!

Ο θάνατος του αγαπημένου του ήρωα είναι γεγονός αβάσταχτο. Το παίρνει κατάκαρδα. Έχει κάνει όνειρα για τον συγκεκριμένο χαρακτήρα, έχει ήδη σκεφτεί την κατάληξή του (που προφανώς είναι καλή) αλλά δυστυχώς ο συγγραφέας είχε άλλα σχέδια για εκείνον…

Για να μην θίξω το άγχος που τον πιάνει όποτε διαβάζει το Fahrenheit 451 του Ray Brandburry. Για όσους δεν γνωρίζουν βρισκόμαστε σε ένα δυστοπικό σκηνικό όπου τα βιβλία απαγορεύονται και οδηγούνται στην πυρά. Θυμάμαι όταν το είχα διαβάσει για πρώτη φορά είχα ταραχτεί αρκετά και μέχρι και σήμερα με πιάνω ορισμένες φορές να σκέφτομαι που θα έκρυβα τα βιβλία μου εάν συνέβαινε κάτι τέτοιο, όχι τίποτα άλλο είναι και πολλά, άρα θα πρέπει να επιλέξω τα αγαπημένα μου βιβλία…Ποια είναι τα αγαπημένα μου βιβλία;; (Και κάπου εδώ αφήνουμε τον τρελό στην τρέλα του).

Βέβαια ότι και να πούμε, ένα είναι το κύριο, το μόνιμο άγχος που αντιμετωπίζει ο βιβλιόφιλος. Ο χρόνος!! Που θα βρει άπλετο χρόνο ώστε να διαβάσει άνετα τα βιβλία του. Τείνει να μισήσει όποιον και ότι τον κρατάει μακριά από τη βιβλιοθήκη του και απλά εύχεται να βρει μια δουλειά που θα τον πληρώνουν για να διαβάζει.

Και μιας και μιλάμε για χρόνο, ήδη έχω σπαταλήσει αρκετή ώρα σε αυτό το άρθρο και το Στρίψιμο της Βίδας μου κάνει ματάκια από απέναντι, οπότε θα πρέπει να σας αφήσω, χωρίς τύψεις, γνωρίζοντας ότι οι απανταχού βιβλιόφιλοι θα δείξουν απόλυτη κατανόηση.

Leave a Response