Κυριακή, Αύγουστος 25, 2019
Αφιερώματα

Οπλίσατε, σκοπεύσατε, πυρ!

No emotion. Death is all I see.

245views

Θυμάμαι ήταν μια μέρα του Αυγούστου, πριν δεκατέσσερα χρόνια περίπου.  Ο ήλιος έστεκε ολόλαμπρος στον γαλανό ουρανό και εγώ καθόμουν στο  κρεβάτι παρέα με το discman και τα μετρημένα στα δάχτυλα cd. Αφού άκουσα για πεντηκοστή φορά το Appetite for Destruction των Guns N’ Roses παίρνω στα χέρια μου ένα mix cd που μου είχε γράψει η ξαδέλφη μου.  Ανοίγω τη θήκη και βγάζω πρώτα το χαρτάκι όπου αναγραφόταν η λίστα με τα τραγούδια. Το βλέμμα μου πέφτει σε ονόματα όπως Metallica (αυτούς του ξέρω, τις προάλλες έπαιζε ο Μήτσος την εισαγωγή ενός κομματιού τους στην κιθάρα. Κάτσε να δεις πως το έλεγαν… Ά, ναι, Nothing Else Matters) Kreator, Exodus, Anthrax… Ποιοι είναι όλοι αυτοί, δεν είχα ιδέα. Άβγαλτη εγώ τότε, δεν ήξερα καλά καλά τους Iron Maiden. Δεν μου έμενε λοιπόν από το βάλω το cd να παίξει. Whiplash, Madhouse, Battery (…Lashing out the action, returning the reaction, weak are ripped and torn AWAY...), And Then There Where None, Pleasure to Kill, και άλλα πολλά κομμάτια που έμελλαν να γίνουν αγαπημένα μου. Φτάνοντας προς το τέλος, παίρνω ξανά  τη λίστα και διαβάζω: Slayer/ Angel of death. «Πφφφ…Angel Of Death…Πόσο κλισέ τίτλος» σκέφτηκα. Εκείνη τη στιγμή τελειώνει τo Agent Orange των Sodom και σιωπή επικρατεί στο δωμάτιο. Αίφνης, ο καλοκαιρινός ουρανός σκοτεινιάζει, ένας γδούπος ακούγεται συνοδευόμενος από μια κιθάρα που με τραβάει από το αυτί και ένας Χιλιανός, θέλοντας να με τιμωρήσει για την αυθάδεια μου, βγάζει ένα ουρλιαχτό που με κολλάει στον τοίχο. Όταν τελείωσε, έμεινα να κοιτάζω αποσβολωμένη σαν τον Σπύρο και να αναρωτιέμαι έντονα τι είχε συμβεί.

Προφανώς οι υπόλοιπες μέρες κύλησαν με εμένα να ψάχνω όλο και περισσότερες πληροφορίες για αυτούς τους Slayer. Και όπου και αν πήγαινα κουβαλούσα το discman με τις μουσικές τους. Σε εκδρομές στην εξοχή Slayer, στο σούπερ μάρκετ Slayer, σε σπίτια συγγενών Slayer, Slayer μέχρι και το βράδυ της Ανάστασης στην εκκλησία. Slaaaaaayyyyeeeeeerrrrr μέχρι να κρασάρει το πληκτρολόγιο.

An unforseen future nestled somewhere in time, unsuspecting victims no warnings, no signs, judgment day the second coming arrives, before you see the light you must dieeeeeeeee (τουρουρου ρουρου ρουρου ρουρουρουυυ…)

Λατρεύω τα thrash συγκροτήματα όπως Sodom, Overkill, Megadeth, Kreator, Εxodus, Pantera, Suicidal Angels (δικά μας παιδιά) και πολλά άλλα, όμως οι Slayer θα είναι πάντα η μπάντα που μου προκάλεσε το πρώτο οδυνηρό πιάσιμο στον αυχένα, διδάσκοντας μου τη σημασία του headbanging.

Close your eyes and forget your name, step outside of yourself and let your thoughts drain as you do insane you go insaaaaaaaaaane….

Με αφορμή λοιπόν την αποχαιρετιστήρια/εκρηκτική συναυλία τους στην Αθήνα, ως Demec θεωρήσαμε πως έπρεπε να γίνει ένα σπέσιαλ αφιέρωμα για τον «Φονιά». Γι αυτό βάλτε μπύρες στα ψυγεία, Slayer στα ηχεία και συνεχίστε το διάβασμα.

Όλα ξεκίνησαν από τον πατέρα του Kerry King, που θέλοντας να κρατήσει τον γιο του μακριά από τον δρόμο και ότι συνεπάγεται με αυτόν, προσπαθεί να του βρει ένα χόμπι ώστε να μένει απασχολημένος. Ανάμεσα στις δραστηριότητες που του προτείνει συμπεριλαμβάνονται το καράτε και η κιθάρα, με τον πιτσιρικά να επιλέγει το δεύτερο. Έτσι πιάνει μια κιθάρα που βρισκόταν παραπεταμένη στο σπίτι και ξεκινάει μαθήματα.

Κάποια στιγμή μια μπάντα, στην οποία έπαιζε κατά τύχη και ο Tom Araya, διώχνει τον κιθαρίστα και τη θέση του παίρνει ο King. Με την έλευση του όμως φεύγει και ο Araya καθώς η μπάντα παύει να είναι ευχαριστημένη μαζί του. Εν τέλει το συγκρότημα διαλύεται. «Καλύτερα που έγιναν έτσι τα πράγματα, διαφορετικά ίσως να μην έβρισκα την ώθηση να προχωρήσω παραπέρα και να κάνω αυτά που έκανα» λέει ο Kerry King.

Μια μέρα είχε πάει σε μια ακρόαση και καθώς βγαίνει από το δωμάτιο, αντικρίζει έναν τύπο, που δεν ήταν άλλος από τον Jeff Hanneman, καθισμένο σε ένα γραφείο να παίζει στην κιθάρα του AC/DC και Def Leppard. Τον ρωτάει αν είναι σε καμία  μπάντα και του αποκρίνεται πως όχι. Έτσι ο King δράττεται της ευκαιρίας και του προτείνει, αν θέλει, να αρχίζουν να παίζουν μαζί, με τον Hanneman να απαντάει θετικά.

Έπειτα τον συστήνει και στον Dave Lombardo, έναν drummer που σύχναζε στο γκαράζ του King και τζαμάρανε παρέα, μιας και ο πρώτος έμενε λίγα τετράγωνα παρακάτω.

Σύμφωνα με τον Lombardo η προσθήκη του Hanneman (δεινός λάτρης της punk) έπαιξε καθοριστικό ρόλο καθώς χάρη σ’ αυτόν η μπάντα κατάφερε να βρει τον ήχο και την ταυτότητα της. Κατάφερε να γίνει πιο επιθετική και πιο γρήγορη.

Αργότερα  ο King επικοινωνεί με τον Αraya και τον ενημερώνει για την όλη κατάσταση, λέγοντας του πως το μόνο που τους λείπει είναι ένας μπασίστας και ένας τραγουδιστής. Του δίνει λοιπόν μια λίστα με κομμάτια που έπρεπε να μάθει, μετά από μια εβδομάδα βρίσκονται όλοι μαζί  και τα υπόλοιπα είναι ιστορία.

«Θέλαμε να ξεχωρίζουμε από όλα αυτά τα  glam/hair metal συγκροτήματα. Θέλαμε να μείνουμε όσο πιο μακριά γίνεται από την αισθητική του Hollywood» τονίζει ο Tom Araya. «Θέλαμε να κάνουμε επιτυχία με τη μουσική μας και μόνο με τη μουσική μας και αυτός είναι ο λόγος που ξεφορτωθήκαμε νωρίς το eyeliner και τις ακραίες εμφανίσεις».

Σε μια εμφάνιση τους στο Woodstock Club του Los Angeles, ανοίγουν για το συγκρότημα Bitch. Την ώρα που παίζουν ένα κομμάτι των Maiden,(συγκεκριμένα το Phantom of the Opera) τραβάνε την προσοχή ενός πρώην μουσικού δημοσιογράφου, του Brian Slagel, που πρόσφατα είχε ιδρύσει τη Metal Blade Records. Στα παρασκήνια λοιπόν τους προσεγγίζει και τους προτείνει να πάρουν μέρος στο compilation δίσκο που ετοιμάζει με τίτλο Metal Massacre III. Η μπάντα συμφωνεί, ο δίσκος κυκλοφορεί και πολλοί ήταν εκείνοι που μιλούσαν με τα καλύτερα λόγια για αυτήν τη νέα μπάντα.

Έπειτα υπογράφουν ένα συμβόλαιο με τη Metal Blade και το 1983 κυκλοφορεί το Show No Mercy.

Blasting our way through the boundaries of Hell no one can stop us tonight…

Ποιος μεταλάς άκουσε αυτόν τον δίσκο και δεν ευχόταν να βρεθεί κατευθείαν μέσα στο pit ώστε να κατευνάσει τη λύσσα που του προκαλεί το εν λόγω album. Δισκάρα αγαπημένη (εδώ συνειδητοποιώ ότι γράφω ένα αφιέρωμα, συμμαζεύω λοιπόν τον ενθουσιασμό μου και συνεχίζω).

Το Kerrang το αποκαλεί «αγνό σκουπίδι» αλλά ποιος  νοιάζεται; Όταν ο Fenriz (Darkthrone) και ο Terry Butler (Death, Six Feet Under, Obituary) δήλωσαν ότι αποτέλεσε πηγή έμπνευσης για αυτούς. Όταν τα υπόλοιπα περιοδικά το χαρακτήρισαν ως το πιο επιθετικό album.

Watch as flowers decay on the cryptic life that died the wisdom of the wizards is only a nurtured lie…

Τον επόμενο χρόνο ο Kerry King παίρνει τη θέση του δεύτερου κιθαρίστα στη νέα μπάντα του Dave Mustaine «Ήμουν ένας από τους τυχερούς που είδαν τους Metallica με τον Mustaine. Ήταν σε μια εμφάνιση τους στο Woodstock (στο Los Angeles) και θυμάμαι με είχε συνεπάρει ο τρόπος που έπαιζε. Όταν μου δόθηκε η ευκαιρία να συμμετάσχω στην καινούργια μπάντα του την άρπαξα κατευθείαν γιατί εκτός ότι θα μάθαινα πολλά, ο κόσμος θα με έβλεπε  και θα με γνώριζε από τους Slayer. Όποτε πάλι τους  Slayer είχα στο μυαλό μου. Εξάλλου δεν είχα σκοπό να μείνω στην μπάντα του Mustaine.»

«Μάλλον θα πρέπει να βρούμε άλλον κιθαρίστα» σκεφτόταν ο Hanneman εκείνον τον καιρό. Και ενώ ο Mustaine ήθελε τον Kerry King ως βασικό μέλος του συγκροτήματος, ο King αποχώρησε μετά από τις πρώτες πέντε συναυλίες γιατί η ενασχόληση με την μπάντα τον κρατούσε μακριά από τους Slayer.

Πριν από τη μεγάλη περιοδεία με τους Venom και τους Exodus, αναχωρούν για την πρώτη τους περιοδεία στην Αμερική. «Δεν είχαμε λεφτά. Δεν είχαμε τίποτα. Κοιμόμασταν σε υπόγεια και σε αποθήκες. Απορώ πως επιβιώσαμε από όλο αυτό» αναπολεί ο Araya.

Το 1985 κυκλοφορήσει το Hell Awaits με την μπάντα να ανεβάζει τον πήχη όλο και πιο ψηλά. Στον δίσκο αυτόν φαίνεται και η μεγάλη επιρροή από Mercyful Fate. Με κιθάρες ξυράφια, με drumming που θυμίζει βροντές και κεραυνούς και φωνητικά που λες και το έσκασαν από τα βάθη της κόλασης.

Ο Brian Slagel μάλιστα συγκρίνοντας το Reign in Blood με το Hell Awaits παραδέχεται πως στην πραγματικότητα προτιμάει το Hell  Awaits. «Αγαπώ και τα δύο album προφανώς, αλλά το Hell Awaits  έχει πιο πολλή ποικιλία όσον αφορά τους ρυθμούς και τους τύπους των τραγουδιών».

«Βέβαια αν ήταν ο παραγωγός του Reign in Blood θα έλεγε το ακριβώς αντίθετο» συμπληρώνει ο Araya.

Με δύο δυνατούς δίσκους φυσικό και επόμενο  ήταν οι μετοχές της μπάντας να ανεβαίνουν κατακόρυφα. Έτσι ο Slagel επικοινωνεί με διάφορες δισκογραφικές. Μία από αυτές ήταν η Def Jam Recordings, του γενειοφόρου Rick Rubin και του Russel Simmons. Ο Slagel στην αρχή ήταν κάπως διστακτικός, καθώς η εν λόγω δισκογραφική ασχολιόταν κυρίως με το hip hop. Όμως ο Rubin δεν το αφήνει έτσι. Συναντάει το συγκρότημα, αποδεικνύεται πως είναι ο πιο παθιασμένος απ’ όλους και έτσι δίνουν τα χέρια. Το αποτέλεσμα; Το 1986 κυκλοφορεί το Reign in Blood, ένας δίσκος που άλλαξε τελείως τα δεδομένα στη metal σκηνή.

Οι κριτικοί το χαρακτηρίζουν ως ο πιο ακραίος  thrash δίσκος και τα περιοδικά το εκθειάζουν. Μέχρι και το Kerrang που μας έκανε τα κακορέξια του με το Show no Mercy.

Ο Paul Bostaph που εκείνη την εποχή έπαιζε στους Forbidden θυμάται όταν το είχε πρωτακούσει. «Είχαμε πάει στο σπίτι ενός κιθαρίστα της μπάντας που εκείνη τη νύχτα έκανε ένα πάρτι. Ενώ βρισκόμουν στην κουζίνα και συνομιλούσα με κάποιον ακούω έναν ήχο να έρχεται από το σαλόνι. Αμέσως διακόπτω τον συνομιλητή μου λέγοντας του «Μισό λεπτό, επιστρέφω». Κατευθύνθηκα προς το σαλόνι και στάθηκα μπροστά στο φορητό κασετόφωνο που έπαιζε Slayer και αμέσως σκέφτηκα «Αυτό τα αλλάζει όλα!»

Κατά τα λεγόμενα του King ήθελαν να κάνουν κάτι τελείως διαφορετικό από αυτό που άκουγε όλο ο κόσμος. Ήθελαν να πουν στους υπόλοιπους «Νομίζεις ότι αυτό είναι βαρύ; Για άκου αυτό και πες μου!»

Τι να πρωτοπείς για αυτό το album. Piece By Piece, Necrophobic, Postmortem, Angel Of Death. Βασικά όλα τα κομμάτια του δίσκου είναι διαμάντια τριάντα καρατίων.

Δεν υπάρχει τίποτα πιο metal από έναν Araya λουσμένο μες το αίμα να χαμογελάει.

Την ίδια χρονιά ξεκινάνε περιοδεία για την προώθηση του δίσκου με τους Overkill στις ΗΠΑ και τους Malice στην Ευρώπη. Ενώ είχαν διανύσει ήδη ένα μήνα στον δρόμο ο Dave Lombardo ανακοινώνει πως θέλει να αποχωρήσει από την μπάντα καθώς δεν καταφέρνει να βγάλει τα προς το ζην. Αντικαθίσταται από τον Tony Scaglione των Whiplash και ύστερα από λίγο καιρό επιστρέφει έπειτα από μία συζήτηση που είχε με τη γυναίκα του και τον Rick Rubin.

To συγκρότημα μπαίνει ξανά στο studio και ηχογραφεί το South of Heaven. Ένα πιο μελωδικό άλμπουμ με πιο χαλαρούς ρυθμούς (όσο χαλαρή μπορεί να είναι η μουσική των Slayer).

«Γνωρίζαμε πως δεν επρόκειτο να ξεπεράσουμε το Reign in Blood οπότε αποφασίσαμε να κατεβάσουμε λίγο τους ρυθμούς και να ηρεμήσουμε κάπως» λέει ο Jeff Hanneman. Ακολουθεί το Seasons in the Abyss και κλείνει η ανίερη τριλογία που αποτέλεσε την πιο γόνιμη περίοδο του συγκροτήματος . Μια τριλογία δίσκων που δεν κατάφεραν να την ξεπεράσουν ποιοτικά, που τους καθόρισε ως ένα από τα πιο επιθετικά και γρήγορα γκρουπ και τους έδωσε μια θέση στους Μεγάλους Τέσσερις.

Shades of death are all I see, skeletons of society, shades of death are all I see, fragments of what used to be…

Τον ίδιο χρόνο ξεκινάει και η μεγάλη περιοδεία Clash of the Titans με τους Megadeth (που εκείνον τον χρόνο είχαν κυκλοφορήσει το Rust in Peace). Πρώτα ταξιδεύουν στην Αμερική μαζί με τους Testament και τους Suicidal Tendencies και έπειτα κινήθηκαν προς την Ευρώπη  με τους Anthrax και τους Alice in Chains.

Ο Lombardo αποχωρεί ξανά καθώς ήθελε να παρευρεθεί στη γέννα του παιδιού του.  Οι Slayer προσλαμβάνουν τον Paul Bostaph και αρχίζουν να ηχογραφούν το Divine Intervention, προσφέροντας στους οπαδούς ατόφιο metal σε μια περίοδο που η grunge μουσική μεσουρανούσε.

Την εποχή εκείνη συγκροτήματα όπως οι Green Day  και οι Offspring γνώριζαν επίσης τεράστια επιτυχία και αναγνωρισιμότητα.

«Δεν μπορούσα να καταλάβω γιατί είχαν ανέβει τόσο πολύ αυτές οι μπάντες, ήταν κάτι που με αποθάρρυνε γενικά. Δεν αναφέρομαι στην pop μουσική αλλά στη σκληρή μουσική.  Δεν μου άρεσε ο δρόμος που είχε πάρει» λέει ο Kerry King.

Μπαίνουν λοιπόν στο studio και ηχογραφούν το Undisputed Attitude, έναν δίσκο που περιείχε διασκευές της μπάντας πάνω σε κομμάτια punk συγκροτημάτων, όπως Minor Threat, Stooges, Verbal Abuse κ.α.

«Θυμάμαι συγκεκριμένα  όταν ηχογραφούσαμε αυτόν τον δίσκο το 1996, το βλέπαμε σαν μια επανάσταση κατά της μουσικής των Green Day και των Offspring. Δεν φταίγαμε εμείς, όλος ο κόσμος τους αποκαλούσε punk, με εμένα και τον Jeff να λέμε «Παιδιά, αυτό δεν είναι punk». Νιώθαμε προσβεβλημένοι και για αυτόν τον λόγο κυκλοφόρησε το Undisputed Attitude».

Τη δεκαετία του ’90 εκτός από την grunge άρχιζε να κάνει την εμφάνιση του το nu metal, γεγονός που επηρεάζει  το συγκρότημα και ηχογραφεί το πειραματικό Diavolus in Musica. Ένα album που δίχασε αρκετά τους οπαδούς, καθώς οι μεν το λάτρεψαν και οι δε το μίσησαν λέγοντας πως ήταν ότι χειρότερο είχε βγάλει η μπάντα μέχρι στιγμής.

«Όταν γράφαμε αυτό το album έψαχνα να βρω κάτι που να με κάνει να θέλω να το ξεπεράσω. Αλλά τότε δεν υπήρχε τίποτα το τόσο επιθετικό ή βαρύ ώστε να με εμπνεύσει. Οπότε έπρεπε να βρω κάτι εντελώς δικό μου» θυμάται ο Jeff Hanneman.

«Εκείνη την περίοδο ήμουν αρκετά πικραμένος με τη ροπή που είχε πάρει η μουσική σκηνή» αναφέρει ο Kerry King. «Ήταν ένας ήχος που απευθυνόταν πιο πολύ σε κολεγιόπαιδα γι αυτό ίσως είχε τόση απήχηση.  Έτσι δεν έδωσα την απαιτούμενη προσοχή. Ρίχνοντας μια ματιά στο παρελθόν απλά σκεφτόμασταν «Πρέπει να κάνουμε κάτι ώστε να εισχωρήσουμε  στο μουσικό σκηνικό του καιρού». Είναι ο λιγότερο αγαπημένος μου δίσκος των Slayer. Είναι το δικό μας Turbo!» (Δίσκος των Judas Priest με το τίγκα διασκεδαστικό Turbo Lover).

Το 2001, λίγο πριν  λάβει χώρα το τρομοκρατικό χτύπημα στους Δίδυμους Πύργους, οι Slayer κυκλοφορούν το God Hates Us All, που αποτελεί μια σφοδρή επίθεση κατά της θρησκείας.

I keep the bible in a pool of blood so that none of its lies can affect me…

Τότε είναι που αποχωρεί ο Paul Bostaph λόγω του ότι τον ταλαιπωρούσε μια χρόνια τενοντίτιδα στους αγκώνες. Έτσι ο Lombardo επιστρέφει, μπαίνουν στο στούντιο και ηχογραφούν το Christ Illusion που θυμίζει παλιούς καλούς Slayer.

Το 2009 κυκλοφορεί τo World Painted Blood. Αν το Christ Illusion θυμίζει παλιούς καλούς Slayer τότε το World Painted Blood δηλώνει πανηγυρικά την επιστροφή τους και ας λένε οι πικρόχολοι πως ο δίσκος είναι το Death Magnetic τους.

Ενώ όλα βαίνουν καλώς, το 2011 ο Hanneman νοσηλεύεται με νεκρωτική περιτονίτιδα προκαλούμενη από τσίμπημα αράχνης που παραλίγο να του κοστίσει το χέρι του. Ένα γεγονός που δεν  μπορούσε να συμβεί σε χειρότερη στιγμή καθώς εκείνη την περίοδο βρισκόντουσαν εν μέσω της θρυλικής περιοδείας τους ως Big 4, παρέα με Metallica, Anthrax και Megadeth. Μία πολύ σημαντική στιγμή για την μπάντα. Για τον Jeff όμως ήταν αδύνατον να τους ακολουθήσει. Ως λύση βρίσκουν τον Gary Holt από τους Exodus, μιας και ήταν παλιός φίλος του συγκροτήματος.

Σένιο το μπλουζάκι μάστορα

«Για μένα ήταν πολύ δύσκολο να πάρω την απόφαση να συνεχίσουμε χωρίς τον Jeff. Όταν άρχιζαν να προτείνουν διάφορα ονόματα που θα μπορούσαν να τον αντικαταστήσουν, εγώ αναρωτιόμουν «Πως μπορείτε και σκέφτεστε έτσι; Δεν μπορούμε να προχωρήσουμε χωρίς τον Jeff», αλλά έπρεπε κάτι να γίνει, γιατί δεν είμαστε απλά μία μπάντα, είμαστε μια επιχείρηση. Οπότε ήταν αναγκαίο να ληφθούν κάποιες αποφάσεις καθώς ήμασταν υποχρεωμένοι να κάνουμε αυτήν την περιοδεία. Ο Gary Holt ήταν φίλος μας. Όταν είχαμε γνωρίσει τους Exodus αυτός και ο Jeff ήταν αχώριστοι» Tom Araya.

«Θυμάμαι αυτό που μου είχε πει ο Jeff όταν ξεκίνησε η περιοδεία «Όχι, δεν υπάρχει περίπτωση να συνεχίσει η μπάντα χωρίς εμένα», λέει η σύζυγός του η Kathryn, «ήταν αρκετά πληγωμένος γιατί συνειδητοποίησε για πρώτη φορά πως το συγκρότημα προχωρούσε χωρίς αυτόν. Αλλά εν τέλει υποχώρησε, ειδικά όταν έμαθε πως ο φίλος του, ο Gary Holt, θα πάρει τη θέση του. Γνώριζε ότι οι Slayer έπρεπε να συνεχίσουν».

Στη συνέχεια ο Hanneman αρχίζει και αναρρώνει και όλων οι ελπίδες αναπτερώθηκαν όταν τον είδαν πάνω στη σκηνή να παίζει τα δύο τελευταία κομμάτια, το Angel of Death και το South of Heaven, σε μία εμφάνιση τους στο Indio της Καλιφόρνιας. Όμως θα έρθει ο Μάιος του 2013, όπου εντελώς ξαφνικά, αφήνει την τελευταία του πνοή λόγω κύρωσης του ήπατος.

«Μιλούσαμε μεταξύ μας με μηνύματα και μάλιστα μου έστειλε και ένα κομμάτι που είχε γράψει. Έμοιαζε να έχει επανέλθει πλήρως. Αλλά όταν μου τηλεφώνησαν και μου είπαν ότι επέστρεψε στη μονάδα εντατικής θεραπείας άρχισα να ανησυχώ πάλι. Τελικά σταμάτησε να απαντάει στα μηνύματα μου… Ήμουν μαζί με την οικογένεια μου όταν έμαθα ότι πέθανε.  Το τηλέφωνο χτύπησε, το απάντησε η γυναίκα μου. Μου έδωσε το τηλέφωνο, με ένα τρόμο στο βλέμμα και δεν είπε τίποτα, ήταν ο μάνατζερ μας, μου είπε τα νέα. Έκλεισα το τηλέφωνο, πήγα στο δωμάτιο και έκλαψα… Μετά από 30 χρόνια θα ήταν πραγματικά λες και ξεκινούσαμε από την αρχή. Να συνεχίσουμε χωρίς τον Jeff απλά δεν θα ήταν το ίδιο και δεν ήμουν σίγουρος για το πώς θα εκλάμβαναν οι οπαδοί μας αυτήν την αλλαγή.  Ειδικά όταν το μέλος αυτό έχει συνδράμει σημαντικά στην μπάντα. Σίγουρα, μπορείς να δώσει τη θέση του σε οποιονδήποτε αλλά κανείς δεν είναι σαν τον Jeff. Είναι αναντικατάστατος» Tom Araya.

«Έχω σκοπό να συνεχίσω» είπε ο Kerry King. «Δεν νομίζω πως πρέπει να τα παρατήσουμε επειδή ο Jeff δεν είναι πια μαζί μας».

«Αν θέλουν να μου μιλήσουν εδώ είμαι. Δεν θέλω να υπάρχει έχθρα μεταξύ μας. Η ζωή είναι πολύ μικρή και είμαστε αρκετά μεγάλοι για όλα αυτά. Είμαι έτοιμος και πρόθυμος, οπότε βλέπουμε τι θα γίνει» είπε ο Lombardo, που ενώ αποχώρησε για τρίτη φορά λόγω οικονομικών διαφορών, βεβαιώνει τους πάντες ότι αφήνει την πόρτα ανοιχτή για μελλοντική συζήτηση με τα υπόλοιπα μέλη της μπάντας.

Το 2015 κυκλοφορεί ο τελευταίος τους δίσκος, το Repentless, με τον Paul Bostaph στα τύμπανα και τον Gary Holt στην κιθάρα. Ύστερα από τρία χρόνια αναχωρούν για την αποχαιρετιστήρια περιοδεία τους κάνοντας μία στάση και στην Ελλάδα (δυστυχώς δεν κατάφερα να πάω, έμεινα σπίτι και κοιτούσα μελαγχολικά έξω από το παράθυρο τραγουδώντας dance with the dead in my dreams, listen to their hallowed screams, the dead have taken my soul, temptation’s lost all control…)

Οι Slayer ήταν μια μπάντα που άσκησε έντονη επιρροή σε πολλά σπουδαία συγκροτήματα της metal σκηνής, αναμεσά τους Kreator, Mayhem, Sepultura, Darkthrone, Pantera που πίνουν νερό στο όνομα τους.  Μας αποχαιρέτησαν σαν κύριοι (αν και θέλουμε να πιστεύουμε πως δεν θα σταματήσουν εδώ), αφηνοντάς μας ως κληρονομιά καθαρόαιμο metal, χωρίς φιοριτούρες, που μας συντροφεύει σε διάφορες στιγμές της ζωής μας. Από μια μπυροποσία με την παρέα, μέχρι εκείνες τις ώρες που κοντεύεις να σκάσεις από τον θυμό και την αγανάκτηση και ψάχνεις να βρεις ένα καταφύγιο.

Ο δικός μας Άι Βασίλης

Θυμάμαι ένα απόγευμα είχαμε μαζευτεί στο σπίτι ενός φίλου για να πιούμε καφέ και να ακούσουμε μουσική. Κλειδαμπαρωθήκαμε μέσα στο δωμάτιο με δίσκους, κασέτες και cd και ακούγαμε τη μια κομματάρα μετά την άλλη. Ως αποκορύφωμα μπαίνει το Piece By Piece. Αμέσως πέντε άτομα μαυροντυμένα αρχίζουν να κοπανιούνται γκαρίζοντας modulistic terror a vast sadistic feast the only way to exit is going piece by piece… με τους καφέδες να πετάγονται από εδώ και από εκεί. Ξαφνικά μπαίνει η μητέρα του μέσα κρατώντας ένα δίσκο με σάντουιτς και με έντρομο βλέμμα μας ρωτάει «Τι κάνετε εδώ;;». Την κοιτάζουμε όλοι σαν τεριέ, με τα μαλλιά να καλύπτουν τα μάτια μας και της λέει ο γιος της «Απλά ακούμε Slayer».

Τότε όλοι μας έλεγαν «Ε, εντάξει θα τα ακούσετε μία, θα τα ακούσετε δύο, μετά θα περάσει η εφηβία και θα στραφείτε και εσείς προς τον Νταλάρα» …Μπα, θαρρώ πως πέσατε έξω, καθώς κοντεύουμε να τριανταρίσουμε και όποτε μπαίνει riff σλεϊερικό συνεχίζουμε και φωνάζουμε SLAYYYYYYYYYYEEEEEEEEEEEEEEEEERRRRRRRR  \m/

Leave a Response