Κυριακή, Αύγουστος 25, 2019
Τεχνηέντως

Κώστας Ταχτσής, ένας Δον Κιχώτης του καιρού του.

«Αν ο Ευριπίδης έγραφε σήμερα, θα έγραφε ασφαλώς σαν τον Ταχτσή, σε δραματική αφηγηματική μορφή…» Γιάννης Τσιώλης, συγγραφέας.

209views

Ρομαντικός και ρεαλιστής, σνομπ αλλά συνάμα ταπεινός, μελαγχολικός και ταυτόχρονα έντονος. Ο Κώστας Ταχτσής, ένας από τους πιο σπουδαίους συγγραφείς της μεταπολεμικής Ελλάδας. Μια απλή και καθημερινή πένα που ερχόταν σε πλήρη αντίθεση με την ιδιαίτερα πολύπλευρη προσωπικότητα του.

Γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη, στις 8 Οκτωβρίου του 1927, σε μια συνοικία κοντά στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο. Ήταν δευτερότοκος γιος του Γρηγορίου Ταχτσή και της Έλλης Ζάχου. Ο μεγαλύτερος αδελφός του είχε πεθάνει λίγες μέρες μετά αφότου γεννήθηκε, ένα γεγονός που γεμίζει τον Ταχτσή ενοχές, θεωρώντας το συγχρόνως έναν δυσάρεστο οιωνό για τη μετέπειτα  πορεία της ζωής του. Πριν γίνει ενός έτους, η οικογένεια του μετακόμισε στη Νικηφόρου Φωκά λόγω έξωσης. Μια λεπτομέρεια άνευ σημασίας, που όταν του την αποκάλυψε η μητέρα του τον δυσαρέστησε αρκετά.

«Για πολύ καιρό, όταν με ρωτούσαν σε ποια συνοικία της Θεσσαλονίκης είχα γεννηθεί, απαντούσα «Στη Νικηφόρου Φωκά, δύο βήματα από τον Λευκό Πύργο». Και το έλεγα με περηφάνια, σαν να επρόκειτο για έναν τίτλο ευγενείας.«Κάνεις λάθος» με διόρθωσε ένα μεσημέρι η μάνα μου, δύο-τρία χρόνια πριν πεθάνει.«Και το πρώτο παιδί και σένα σας έκανα όταν μέναμε ακόμα στην Κωνσταντίνου Μελενίκου, απέναντι από το παλιό πανεπιστήμιο. Αλλά ο πατέρας σου μπεκρούλιαζε, δεν πλήρωνε το νοίκι και μας έκαναν έξωση. Όταν μετακομίσαμε στη Νικηφόρου Φωκά, κόντευες να κλείσεις χρόνο.» Κατσούφιασα. Είχα φανταστεί τη γέννα μου πλάι από το Λευκό Πύργο, απ’ όπου είχαν περάσει Βυζαντινά αρχοντόπουλα και ωραίοι πρωτοσπάθαροι. Τώρα ήταν σαν να μου στερούσαν και τον τελευταίο τίτλο ευγενείας στον οποίο μπορούσα να έχω κάποιες αξιώσεις.»

Τα χρόνια που ακολούθησαν περιγράφονται από τον συγγραφέα ως τραυματικά και οδυνηρά. Ο πατέρας του αδυνατεί να θρέψει την οικογένεια του καθώς τις μέρες του τις περνάει σε υπόγεια, πίνοντας και παίζοντας χαρτιά. Οι καβγάδες αφθονούν στην οικογένεια ώσπου η μητέρα του διαπιστώνει πως η κατάσταση αυτή δεν γίνεται να συνεχιστεί άλλο. Έτσι, χωρίζει τον άντρα της και αποφασίζει να αναθέσει τη φροντίδα του μικρού, στη μητέρα της, την Πολυξένη, καθώς πίστευε πως εκείνη θα τον αναθρέψει καλύτερα. Μια απόφαση που έμελλε να σημαδέψει μια για πάντα τη ζωή του Ταχτσή.

Στην ηλικία των επτά, μαζί με τη γιαγιά του κατεβαίνουν στην Αθήνα και μένουν σε ένα σπίτι στην περιοχή του Μεταξουργείου, με τον συγγραφέα να ζει πλέον υπό το αυταρχικό βλέμμα της Πολυξένης που του χαρίζει κούκλες για να παίζει, τον ντύνει κορίτσι στις Απόκριες και του απαγορεύει να συνάπτει σχέσεις με κοπέλες της ηλικίας του. Συνεπώς, δεν προκαλεί  έκπληξη το γεγονός ότι ήδη από  τα πρώτα χρόνια της εφηβείας του αναπτύσσει ομοφυλοφιλική συμπεριφορά, αδιαφορώντας πλήρως για το γυναικείο φύλο. Σε μια συνέντευξη του θα πει «Χρειάστηκε να αγωνιστώ πολύ για να ξεπεράσω τις αναστολές που μου δημιούργησαν στα παιδικά μου χρόνια. Σε αυτά τα πλαίσια πρέπει να αντιμετωπισθεί η δική μου ερωτική ανορθοδοξία .Ήταν αποτέλεσμα παραμόρφωσης, όχι  γνήσιας προδιάθεσης. Είδα δηλαδή τον έρωτα απλώς σαν μέσο για την κατάκτηση της ελευθερίας μου.»

Η αγάπη του για τη λογοτεχνία εκδηλώθηκε από νεαρή ηλικία. Σε μια εποχή, οπού τα μόνα βιβλία που είχε το ελληνικό σπίτι ήταν ο Ονειροκρίτης και ο Τσελεμεντές, ο Ταχτσής δανείζεται έργα παγκόσμιας λογοτεχνίας από τη γυναίκα του Σπυρίδωνα Περεσιάδη (συγγραφέας του έργου Γκόλφω) και  αργότερα, στην περίοδο της κατοχής, περνάει τις ώρες του στο μαγαζί ενός παλαιοβιβλιοπώλη που του χάριζε βιβλία, καταφέρνοντας έτσι να έχει διαβάσει ένα τεράστιο κομμάτι της μεταφρασμένης λογοτεχνίας.

Τη χρονιά του 1951 κάνει την εμφάνιση του στους λογοτεχνικούς κύκλους  με την πρώτη ποιητική συλλογή «Ποιημάτα». Ο συγγραφέας Θανάσης Νιάρχος, σε συνέντευξη του, λέει πως κάνεις δεν αντιμετώπιζε σοβαρά τον Ταχτσή και πως τον έβλεπαν απλά σαν ψώνιο που γράφει ποιήματα…« Γι αυτό μετά έμειναν άναυδοι όταν έκανε το μυθιστόρημα και δεν ήξεραν πώς να το μαζέψουν με τον τρόπο με τον οποίον είχαν εκτεθεί απέναντι στα ποιήματα του. Η επιτυχία του τούς κόστισε πολύ. Ερχόταν από το πουθενά, με ένα μυθιστόρημα το οποίο άρχισε να χαλάει κόσμο, να διαβάζεται από τα σαλόνια και τα κομμωτήρια μέχρι το πανεπιστήμιο.» Αργότερα ακολουθούν άλλες τέσσερις ποιητικές συλλογές, ανάμεσα τους «η Συμφωνία του Mπραζίλιαν» και «Καφενείο Το Βυζάντιο».

«Μια μέρα θα με πουν ομοφυλόφιλο. Θα με πουν οχιά. Έναν κοινό προδότη. Εμπρηστή. Οι τίμιοι συμπολίτες μου θα έρθουν και θα κοπρίσουν στον τάφο μου.»

Το 1962, με αρκετούς εκδοτικούς οίκους να το έχουν απορρίψει, εκδίδει με δικά του έξοδα, ένα από τα πιο σημαντικά έργα της νεοελληνικής λογοτεχνίας «το Τρίτο Στεφάνι». Ένα μυθιστόρημα απλό, ζωντανό, άμεσο, γεμάτο αυτοβιογραφικά στοιχεία, όπου η κάθε σελίδα του αποτελεί μέρος ενός ψηφιδωτού της Αθηνάς.

Η ιστορία αφορά δύο γυναίκες, τη Νίνα και την Εκάβη που εξιστορούν γεγονότα της ζωής τους, μεταφέροντας τον αναγνώστη στην εποχή του Μεσοπολέμου και της Κατοχής.

Το 1970, οχτώ χρόνια μετά από την πρώτη έκδοση του έργου που δεν σημείωσε ιδιαίτερη επιτυχία, ο εκδοτικός οίκος Ερμής επανεκδίδει το Τρίτο Στεφάνι, με το αναγνωστικό κοινό του να αποτελείται αρχικά από πολιτικούς κρατούμενους. Στη συνέχεια γίνεται ευρέως γνωστό. Κατατάσσεται στα ευπώλητα, καθώς πουλάει χιλιάδες αντίτυπα και καταλήγει να μεταφράζεται σε πολλές γλώσσες, από γαλλικά και ισπανικά μέχρι ουγγρικά και σέρβικα. Πλέον τον προσεγγίζουν άνθρωποι του θεάτρου, του ραδιοφώνου και του κινηματογράφου. Μάλιστα, η Μελίνα Μερκούρη φέρεται να έδειξε μεγάλο ενδιαφέρον για τη μεταφορά του βιβλίου στη μεγάλη οθόνη.

Κατά τη διάρκεια της μαύρης επταετίας, τάχθηκε κατά της λογοκρισίας  και πάλεψε για τα  δικαιώματα των ομοφυλόφιλων. Μάλιστα δεν διστάζει να υπογράψει για την έκδοση των «Δεκαοχτώ κειμένων». Ένα έργο που περιείχε δεκαοχτώ διηγήματα και ποιήματα έντονου αντιδικτατορικού περιεχομένου. Μια αγνή, ηχηρή δήλωση κατά του δικτατορικού καθεστώτος, κατά της φίμωσης και υπέρ της ελευθερίας της έκφρασης, όπου πήραν μέρος καταξιωμένοι συγγραφείς και ποιητές. Ανάμεσα τους ο Γιώργος Σεφέρης, ο Μανόλης Αναγνωστάκης και ο Μένης Κουμανταρέας.

Το 1972, θα εκδώσει μια σειρά διηγημάτων με τίτλο «τα Ρέστα» και χρόνια αργότερα μία ακόμη συλλογή αυτοβιογραφικών κειμένων, «Η γιαγιά μου η Αθήνα».

«Αχ βρε μάνα! Έχουν περάσει, πόσα; Τριάντα χρόνια από τότε, κι ακόμα δεν έμαθα το μάθημα μου. Ακόμα δεν έγινα άντρας, ακόμα χαζεύω στο δρόμο κοιτάζοντας τα παιδιά, ακόμα μου κλέβουν οι αλήτες τα ρέστα. Κι αυτό είναι η μεγαλύτερη τιμωρία σου. Και δική μου τιμωρία, που δεν κατάλαβα, όσο ήταν ακόμα καιρός, τι υπέφερες τότε, και θέλησα να σε εκδικηθώ. Μα που να πάρει ο διάβολος, έπρεπε να τα βάζεις μαζί μου για να ξεσπάς; Δεν μπορούσες δηλαδή να κάνεις τα στραβά μάτια όταν αργούσα δέκα λεπτά ή όταν ξεχνούσα να αγοράσω το αλάτι; Κι αν θυμάμαι καλά, τα ρέστα που είχαν κλέψει τα παιδιά του απάνω δρόμου ήταν, στο θεό σου βρε μάνα, ή έξι ή εφτά δεκάρες».

Έζησε μια ζωή έντονη.  Γύρισε όλον τον κόσμο, από Αμερική, Αυστραλία μέχρι Αφρική  και έκανε τον γύρο της Ευρώπης πάνω σε μια βέσπα. Πάντα ανήσυχος, με τις ιδιαιτερότητες του, χωρίς να μπορεί να βρει πουθενά ψυχική γαλήνη, αηδιασμένος από την υποκρισία του κόσμου που από μικρή ηλικία τον έβαζε στο περιθώριο, τον μείωνε ηθικά και ποτέ δεν το δέχτηκε καθώς εξέπεμπε κάτι ατόφιο, αληθινό, μακριά από τα πρέπει και τον κομφορμισμό.

Συνεπώς, για μια τέτοια προσωπικότητα, για έναν τέτοιο άνθρωπο, θα μπορούσαμε να πούμε πως δεν θα του ταίριαζε ένα κοινό φινάλε,καθισμένος σε μια σκουρόχρωμη μπερζέρα, καταπονημένος από τα γηρατειά έχοντας δέκα κουτιά χάπια δίπλα του. Το τέλος του θα έπρεπε να είναι ιδιόμορφο όπως και η ζωή του.

Στις 27 Αυγούστου, λοιπόν, το 1988,η αδελφή του συγγραφέα, Ελπίδα Ταχτσή, κατευθύνεται προς το σπίτι του καθώς εδώ και δύο μέρες δεν απαντάει στα τηλεφωνήματα της. Όταν ανοίγει την πόρτα βρίσκει τον Ταχτσή νεκρό στο κρεβάτι, φορώντας μια  ξανθιά περούκα, με γυναίκεια ρούχα να είναι πεταμένα εδώ και εκεί, καθώς εκείνη την περίοδο εκδιδόταν στο πεζοδρόμιο ως τραβεστί. Ο ιατροδικαστής αποφάνθηκε ότι  ο θάνατος του προήλθε από στραγγαλισμό, η αστυνομία δεν κατάφερε να βρει τον ένοχο και η υπόθεση μέχρι και σήμερα δεν έχει διαλευκανθεί.

Αν μπορούσε να πει κάτι τελευταίο, αυτό θα ήταν «Ακόμη και νεκρός, συνεχίζω να είμαι για εσάς ένας πονοκέφαλος…».

Μετά τον θάνατο του, εκδόθηκαν άλλα τέσσερα έργα του και μια ημιτελής αυτοβιογραφία «Το φοβερό βήμα».

«Στο μπροστινό σπίτι έμενε ένα παιδί, συνομήλικος μου  λίγο πολύ και παίζαμε τις χαλκομανίες μονά ζυγά. Τις βάζαμε σε ένα βιβλίο, στην τύχη, και μετρούσαμε ένα δύο τρία , τα μονά δικά του, τα ζυγά δικά μου. Μια μέρα, πήρε η έξυπνη μανά του να μας τοποθετήσει αυτή τις χαλκομανίες  και τις έβαλε όλες  στα ζυγά που είχε διαλέξει εκείνη τη φορά ο γιος της. Ένα… Δύο… Χαλκομανία για τον μικρό,Νίκο θαρρώ τον ελέγανε… Τέλος πάντων, όλες οι χαλκομανίες ήταν ζυγές εκείνη την φορά, μου τις πήρε και έπαψα να παίζω με τις χαλκομανίες… Τις σιχάθηκα.»

Leave a Response