Κυριακή, Αύγουστος 25, 2019
Τεχνηέντως

Και κάπου εκεί αχνοφαίνεται το ταλέντο!

209views

«Μα να μου ζητήσει κοντά πεντακόσια ευρώ για να βάψει ένα δυαράκι;  Βέβαια, να μου πεις, όταν βλέπει την τιμή στην οποία πωλούνται οι πίνακες του Μπάρνετ  λογικό είναι να παίρνουν τα μυαλά του αέρα»  λόγια ενός φίλου που ήθελε να βάψει το σπίτι του και ζητούσε προσφορές  από ελαιοχρωματιστές.

Ευθύς, βλοσυρά  βλέμματα πέφτουν προς την κατεύθυνση του Μάνου και  τον λόγο παίρνει ο Θεοδόσιος. Δήθεν κουλτούρα, super foods, πηχτή βλακεία στο μάτι και σκονισμένα βιβλία του Νίτσε στη βιβλιοθήκη. (Τα αγόρασε πριν από ένα χρόνο στο μπαζάρ βιβλίου, διάβασε δύο τρεις σελίδες, και πλέον δεν χάνει ευκαιρία σε κάθε συζήτηση  να πετάει το όνομα του, νομίζοντας ότι προκαλεί εντυπώσεις, άσχετα που τον έχουν όλοι στο δούλεμα). Δεν γελάει συχνά γιατί νομίζει πως είναι σοβαρός και πίνει μόνο βιολογικό τσάι με μέλι γιατί ο καφές καταστρέφει τα εγκεφαλικά κύτταρα.

«Για εξήγησε μου ρε Μάνο δηλαδή, τι λάθος βρίσκεις στους πίνακες του Μπάρνετ;»  Πίνει μια γουλιά από το τσάι με άρωμα αγριοκέρασο, μάνγκο και βλίτο κι δυστυχώς συνεχίζει. «Επειδή εσύ δεν μπορείς να καταλάβεις ότι ο Μπάρνετ  φτύνει στα μούτρα την τέχνη σας; (Εδώ χρησιμοποιεί κτητική αντωνυμία για να δείξει πόσο αντί είναι και πόσο διαφέρει από εμάς, την μπασκλασαρία.) Επειδή δεν μπορείς να αντιληφθείς το μέγεθος των έργων του; Αλλά βλέπετε πόσο υποκριτές είστε, αν την εισήγαγε ο Βαν Γκογκ αυτήν την τεχνική, τώρα θα την εκθειάζατε.» (Σε αυτό το σημείο σπίθες αρχίζουν να πετάγονται από το μυαλό του Θεοδόση γιατί αυτό ήταν, βραχυκύκλωσε το παλικάρι και αρχίζει να λέει ασυναρτησίες.)

«Αγαπητέ Θεοδόση, δεν νομίζω πως ένας Βαν Γκογκ θα έφτανε ποτέ στο σημείο να αναλωθεί σε μπλε και κόκκινους καμβάδες, με του μελετητές να προσπαθούν με νύχια και με δόντια να  μας πείσουν για την αξία τους. Και ξέρεις γιατί δεν θα το έκανε αυτό; Γιατί για τον Βαν Γκογκ το ταλέντο έρεε άφθονο.»

«Καλά…» αποκρίνεται κάπως υποτιμητικά, (απάντηση που με κόλλησε στον τοίχο, δεν μπορώ να πω) «Καθίστε εδώ να πιείτε τους καφέδες σας, τι θέλω και ανοίγω κουβέντα. Πάντως ένα έχω να πω, να ήταν η ζήλια ψώρα.»

«Black Fire I» του Barnett Newman. Πωλήθηκε για 84,3 εκατ. δολάρια!

Ας δώσουμε λοιπόν μια απάντηση στον Θεοδόση και στον κάθε Θεοδόση που νομίζει πως όλη αυτή η κουβέντα γίνεται επειδή φθονούμε τον «καλλιτέχνη» και τα λεφτά του.

Το θέμα δεν είναι η ζήλια. Ας βγάλει ο άνθρωπος όσα λεφτά θέλει. Με γεια του με χαρά του. Το θέμα είναι πως όλο αυτό γίνεται κάτω από το όνομα της τέχνης. Το κάθε έργο έχει γίνει  εμπόρευμα πλέον και η αξία του μετριέται  ανάλογα με τα ποσά που έχουν σπαταληθεί για αυτό. Οι άνθρωποι δεν αποδέχονται  τίποτα εκτός και αν αυτό το τίποτα το περιστοιχίζουν εκατομμύρια. Τόσο επιφανειακοί, χωρίς κρίση.

Σαφώς δεν υποστηρίζω και το άλλο άκρο, ότι όσο πιο άγνωστο είναι κάτι  τόσο πιο καλό. Όχι βέβαια. Αλλά δεν μπορώ να αποδεχτώ ως τέχνη τον παρακάτω πίνακα επειδή ένας φραγκάτος τύπος αποφάσισε να δώσει ένα υπέρογκο ποσό για να τον αποκτήσει.

«Blood red mirror» του Gerhard Richter. Πωλήθηκε για 1, 1 εκατ. δολάρια.

«Για να εκτιμήσεις αυτόν τον πίνακα θα πρέπει να σταθείς 58 εκατοστά μακριά του, από την δεξιά πλευρά και να τον κοιτάξεις για μισή ώρα… Τότε θα αποκαλυφθεί μπροστά σου!» (Λογικό να αποκαλυφθεί μπροστά σου. Αν κάθεσαι μισή ώρα μπροστά από έναν μπλε καμβά, πασχίζεις να βγάλεις νοήματα ώστε να βρεις κάτι να πεις, τσάμπα καθόσουν τόση ώρα και τον κοίταγες;)

Πίνακας του Blinky Palermo. Πωλήθηκε για 1,7 εκατ. δολάρια.

Πριν κάποια χρόνια φοιτούσα σε μια ιδιωτική σχολή. Μια μέρα, θυμάμαι, μας ενημέρωσαν ότι ένας εικαστικός θα εξέθετε τα έργα του στο κτίριο. Η εκδήλωση θα γινόταν το απόγευμα και θεωρήσαμε πως ήταν καλή ιδέα να την επισκεφτούμε. Μπαίνουμε στην αίθουσα και το πρώτο  «έργο» που αντικρίζουμε  ήταν ένα γυάλινο, κλειστό μπολ που περιείχε ένα κουτάκι αναψυκτικού με ψόφιες κατσαρίδες γύρω γύρω. Νομίζετε τώρα εσείς ότι κάνω πλάκα. Μακάρι να έκανα πλάκα. Προχωράω παρακάτω και ακούω έναν τύπο  παραπέρα «Αποτυπώνει στα έργα του την αστική παρακμή», με εμένα να βλέπω έναν μαύρο καμβά με πράσινες πιτσιλιές και να  γελάω, διερωτώμενη  για το πόσο εύκολο είναι τελικά να πουλήσεις κουλτούρα και  τέχνη σε απαίδευτο κόσμο.


«Who’s afraid of red, yellow and blue III» του Barnett Newman.

Το 1986, ο Gerard Jan van Bladeren βανδάλισε τον συγκεκριμένο πίνακα χαράζοντας τον με ένα μαχαίρι. Η αποκατάσταση έγινε από τον Daniel Goldreyer το 1991 και κόστισε αρχικά 400 χιλιάδες δολάρια. Οι κριτικοί όμως, αρκετά δυσαρεστημένοι, υποστήριξαν πως με την αποκατάσταση χάθηκαν οι λεπτές διαφορές ανάμεσα στις μονοχρωμίες και πως ο Daniel χρησιμοποίησε απλή μπογιά για τοίχο και ένα κοινό ρολό βαφής.

Για το τέλος άφησα ένα κειμενάκι που δίνει οδηγίες για το πώς μπορείς και εσύ να κάνεις τέχνη από το μηδέν. (Καλύτερος ήταν ο άλλος με τα νεκρά ζουζούνια;)

Προμηθεύσου μαύρη, κόκκινη μπογιά, έναν καμβά και άδεια πλαστικά μπουκάλια που θα έχεις κόψεις σε ακανόνιστα σχήματα.

Στη συνέχεια, μες τη μέση του καμβά φτιάξε έναν κύκλο με μαύρη μπογιά (προσοχή, δεν θέλουμε έναν τέλειο κύκλο). Με μια μπατανόβουρτσα ρίξε κόκκινες πιτσιλιές μέσα στον κύκλο. Τέλος, πάρε τα κομμάτια πλαστικού και  κόλλησε τα γύρω από τον κύκλο.  Άσε να στεγνώσει και στερέωσε αυτό το θεσπέσιο έργο πάνω σε κάποιο έπιπλο.

Όταν θα έρθει κόσμος θα σε ρωτήσει, πολύ εύλογα,  τι είναι αυτό το πράγμα. Τότε, εσύ, με περίσσια αυτοπεποίθηση και μυστήριο βλέμμα, θα πεις τα παρακάτω λόγια για να καταλάβουν ότι αυτό που έκανες δεν είναι ότι και ότι.

«Το έργο αυτό έχει τίτλο  «Μελανό θέμα σε αδιάσπαστο φόντο». Αντικατοπτρίζει την ψυχική και πνευματική ένδεια του δυτικού πολιτισμού. Ένας πολιτισμός που απαρτίζεται από «γυμνούς» ανθρώπους, χωρίς συναίσθημα, χωρίς κριτική σκέψη, βουτηγμένος στον κυκλώνα του πεσιμισμού και της σύγχυσης (Ο κύκλος συμβολίζει τον άνθρωπο, το μαύρο χρώμα τον πεσιμισμό και η ατέλεια του κύκλου τη σύγχυση). Ένας πολιτισμός που ματώνει κάθε μέρα (οι κόκκινες σταγόνες) μέχρι το τέλος της ζωής του, έχοντας ένα μόνιμο άγχος για πως θα αποκτήσει όλο και περισσότερο πλούτο.  Ο λόγος που χρησιμοποίησα πλαστικό, υλικό ευτελέστατο, είναι για να τονίσω την ασημαντότητα του χρήματος και το τοποθέτησα γύρω από τον κύκλο, δηλώνοντας έτσι την κυριαρχία του πάνω στη ζωή του ανθρώπου.»

Θα μπορούσα να αναπτύξω και άλλο την ανάλυση αλλά ήδη έχω γράψει αρκετά, εξάλλου δεν εγγυώμαι ότι θα σας πάρει κανείς σοβαρά  με αυτό το έκτρωμα. Βέβαια μην αποθαρρύνεστε, μπορεί κάποτε κάποιος λεφτάς να το αντικρίσει και να αποφασίσει ότι αξίζει εκατομμύρια.

Leave a Response